Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

στον Μ. κ την Α.




why is it i want to cry?

Crow, crow tell me.
There is a shadow passing by.
The willows call me.
Why would an old woman weep?
Willow, tell me, willow.
Crows went flying through my sleep
I cry and follow.
[Ursula K. Le Guin]




Κι αν σου θυμίζει παραμύθι
είναι που ξέχασες να
ονειρεύεσαι νωρίς.



Ήταν λοιπόν κάποτε ένα μικρό αγοράκι
που το έλεγαν Ηλανόμ.
Ζούσε με τον πατέρα του σε ένα μικρό καλυβάκι
σε μία περιοχή που οι περισσότεροι
είχαν ξεχάσει το όνομα της.
Ήταν εκεί εξόριστοι,
ποτέ δεν έμαθε το λόγο αλλά ήταν εξόριστοι.
Μακριά από αυτό
που ονόμαζαν Πόλη. Ωστόσο, όλα ήταν όμορφα.
Το καλύβι βαθιά μέσα
στο δάσος και πολύ κοντά σε μια μικρούλα λίμνη
μύριζε μέντα και έσταζε ονείρατα.



Οι μέρες, τα χρόνια, κυλούσαν μέσα σε μία αλλόκοτη
απλότητα. Το παιδί διάβαζε συνέχεια τα αμέτρητα σκονισμένα
βιβλία, γνώριζε τη φύση, έπαιζε με τον πατέρα του
και την χοντρούλα γάτα του σπιτιού τη Ναφθαλίνη.



Τις νύχτες ο Ηλανόμ και ο πατέρας του έπαιρναν ένα
παλιό δερμάτινο φλασκί,
καθόντουσαν μπροστα από τη φωτιά και το γέμιζαν
κάθε φορά και με ένα όνειρο.



Όχι δεν είχαν πολλά, τουλάχιστον όχι με
την έννοια των εμπόρων της Πόλης. Ένας κηπάκος
ένα μικρό καλύβι, πολλά φθαρμένα βιβλία, το φλασκί,
και ένα παλιό γραμμόφωνο.



Ένα πρωινό το αγόρι είδε να πλησιάζει μία γερόντισσα.
Αμέσως ξύπνησε τον πατέρα του
που είχε αποκοιμηθεί, δίπλα από το τζάκι,
με τη Ναφθαλίνη πάνω του να γουργουρίζει.

Δεν μπόρεσε ποτέ να μάθει ποια ήταν
ή τι ζητούσε, πέρα από αυτό το θλιμμένο βλέμμα
του πατέρα και τη μόνη φράση που ξεστόμισε:
"όχι τώρα, Ηλανόμ".



Ήρθε ο χειμώνας τώρα. Το ξέρω πως το νιώθεις.
Δεν είναι που το δάσος έγινε πάλι άσπρο
και ο αέρας τραγουδάει πένθιμα.
Είναι που ο πατέρας δεν είναι πια καλά.
Δεν μιλάει πια πολύ,
ούτε έχει όρεξη να παίξει.



Και να που χτες, για πρώτη φορά ναι χτές,
δεν βάλανε στο φλασκί τίποτα.
Και το αγόρι δεν είναι πια αγόρι.
Εντάξει εσύ κατάλαβες πως έφυγε,
όμως ο Ηλανόμ έμεινε πάλι το βράδυ να περιμένει.




Κι αν δεις ποτέ μία γατούλα μαύρη και κάπως χοντρή
να κλαίει, μην σκίαζεσαι,
είναι που ο Ηλανόμ δεν μπορεί να περιμένει
άλλο και πίνει άλλη μια γουλιά απ' το φλασκί.



Και όταν ένα βράδυ ο Ηλανόμ, μεθυσμένος από όνειρα
έπεσε στη λιμνούλα να κολυμπήσει
το καλύβι έμεινε άδειο από ονείρατα,
να μυρίζει μόνο ναφθαλίνη.



Και εμέις;

Και εμείς κάνουμε κύκλους μέσα στη νύχτα
και η φωτιά μας καταβροχθίζει.



1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ti omorfia