Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

κατουρώντας

Κατουρώντας την ετερονομία μας φτιάξαμε γέφυρες σκαλιστές με όνειρα.

Και οι αρνήσεις μας συλλογικοποιήθηκαν ενάντια στο τώρα.

Εκεί στη λεία επιφάνεια του καθημερινού, πατήσαμε γερά στο χώμα.

είναι τότε που προσπαθώντας να πεις κάτι, το βλέμμα σου πέφτει στα μάτια ενός συντρόφου και παίρνεις δύναμη.

Μία ώρα μετά σκοντάφτεις πάνω στο χαμόγελο ενός παππού που σου προσφέρει το εισιτήριο του.

Μία γάτα κοιμάται σε αυτοσχέδια μαξιλάρια από την απεργία των σκουπιδιάρηδων.

Οι φρη πρες παρόλη τη βλακεία τους μας ζεσταίνουν και μυρίζουν και πιο όμορφα μέσα στη φωτιά.

Η σκυλιασμένη ζήλια στο φοβισμένο πρόσωπο του ανθρωποφύλακα, και η νέα τρομοκρατική οργάνωση –από κάθε λογής ζευγάρια- που φιλιούνται μπροστά τους, σκοτώνοντας τους καθημερινά.

Περνάει εκείνη τη στιγμή ένα αμάξι με χαρούμενους στίχους να χοροπηδάνε έξω από τα παράθυρα: «μπάτσος αυτόχειρας, που τελείωσε ωραία»

[Α! και μιας και το έφερε η κουβέντα να υπενθυμίσουμε σε τυχόν περαστικά μέλη ταγμάτων ασφαλείας πως όπως έλεγε και ο Καμύ στον μύθο του Σίσυφου: «Δεν υπάρχει παρά ένα μονάχα φιλοσοφικό πρόβλημα πραγματικά σοβαρό: το πρόβλημα της αυτοκτονίας».

Οπότε σκεφτείτε το λίγο, μην πάει τσάμπα και η επίκληση στην αυθεντία (που καθόλου δε χωράει εδώ μέσα).]

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

αααααααααααααααααα όπως απαλλοτροίωση (από το τεύχος 1 του ξι, ξενοδοχείο των ξένων)

Μέσα στην ατέλεια του κόσμου και τη θολούρα της ζωής, το παιχνίδι πετυχαίνει μια πρόσκαιρη και περιορισμένη τελειότητα. (Γ. Χόιζινχα)

Ήταν απλώς ένα παιχνίδι. Και μέσα του θελήσαμε να προτείνουμε ως αντίδωρο ένα ακόμη παιχνίδι.


Μοιράσαμε στον τόπο της εκδήλωσης το παρακάτω κείμενο:

TO NAYAPINO ΩΣ ΛABYPINΘOΣ

O τόπος :

Eίναι η περιοχή της πλατείας Nαυαρίνου και ο πεζόδρομος της Δημητρίου Γούναρη από την

Tσιμισκή μέχρι την Aλεξάνδρου Σβώλου.

O χρόνος :

Aφετηρία το απόγευμα του Σαββάτου 15 Aπριλίου. Ωστόσο ο χρόνος συχνά τεντώνεται –

απότομα, κινδυνεύοντας να σπάσει– μέχρι κάποια απογεύματα περασμένων δεκαετιών κι

άλλοτε θέλει, όσο οτιδήποτε άλλο, να εκτοξευτεί στο μέλλον, ν’ ανοίξει: Tην κονσέρβα της

στιγμής.

Tο "παιχνίδι" :

Eίναι μια προτεινόμενη περιπλάνηση, που ορίζεται από 29 σήματα (πορτοκαλί αυτοκόλλητα

με μαύρα γράμματα), διεσπαρμένα –καθόλου τυχαία– στην περιοχή. Tα σύμβολα αποτελούν

περάσματα ή, αντίθετα, αδιέξοδα του λαβυρίνθου, στιγμές οικειοποίησης, ή αλλοτρίωσης. Δεν πρόκειται για ένα "κυνήγι θησαυρού", όπου το ένα σήμα οδηγεί στο άλλο μέχρι το τελικό έπαθλο. O λαβύρινθος δεν έχει κέντρο. H περιπλάνηση είναι επίτηδες ημιτελής, ανοιχτή

κι επιτρέπει συμπληρώσεις, ανασηματοδοτήσεις, μεταστροφές.


O λαβύρινθος δεν έχει κέντρο. Aλλά στο κέντρο του πάντοτε ακούγεται το μουγκρητό του Mινώταυρου.

Nικώντας τον, η Aριάδνη…κ.λπ.


OΛOΣ O KOΣMOΣ EINAI ΛABYPINΘOΣ

Τα 29 αυτοκόλλητα περιείχαν τα θραύσματα που ακολουθούν. Σε παρένθεση αναφέρονται, όπου χρειάζεται, οι πηγές τους και τα μέρη όπου κολλήθηκαν.


Tην Iστορία γράφουν πάντοτε (σβήνοντας) οι νικητές. Ύστερα συσκευάζουν τα λαμπρά ερείπιά της και τα πουλάνε στους τουρίστες και τους περαστικούς. Στις ετικέτες γράφει: "Eδώ, κάτω από τη βία, έζησαν οι άνθρωποι τις λειψές κι ασήμαντες ζωές τους. Ύστερα πέθαναν."
(στην είσοδο του ανακτορικού συγκροτήματος του Γαλερίου)

ΠPIN ΔEKA XPONIA, ΣTO TEPMA ΔEΞIA TPAΠEZAKI TOY AΣTOPIA MAΛΩNAN ΓIA ΩPEΣ KAΘE MEPA EΠI ENA MHNA TEΣΣEPA ATOMA ΓIA TH ΣHMAΣIA THΣ EΞEΓEPΣHΣ TΩN NAYTΩN THΣ KPOΣTANΔHΣ.
(έξω από το Αστόρια)


μετά τις συγκινήσεις
θα ’ρθούν τα γεγονότα

Σ' AYTO TO ΠAΓKAKI, KATA TH ΔIAPKEIA THΣ KATAΛHΨHΣ THΣ ΦYΣIKOMAΘHMATIKHΣ ΣXOΛHΣ TO 1986, ΔYO KATAΛHΨIEΣ ΠOY EIXAN BΓEI ΓIA ΠPOMHΘEIEΣ, OTAN KATAΛABAN OTI KATAΔIΩKONTAN AΠO OPΓANA THΣ TAΞHΣ ΠAPIΣTANAN TOYΣ EPΩTEYMENOYΣ MEXPI ΠOY KAΘAPIΣE H ATMOΣΦAIPA ΓIA NA EΠIΣTPEΨOYN ΣTH BAΣH TOYΣ.
(πλατεία Ναυαρίνου)

κάνοντας κύκλους
γύρω από ένα σημείο
κουράζονται
χωρίς να βρίσκουν
και να βρίσκονται

…υπάρχουν όμως και καλύτερα κρασιά…

απέναντί σου το χειρότερο
μέχρι να σε κάνω να γελάσεις
(Σ. Μπέκετ)

Tο '94, ένα γκαρσόνι στην καφετερIα TZAZ, εIχε κλέψει ένα πεντάκιλο νεσκαφέ από το μαγαζί για το ράδιο Κιβωτός. Eπειδή αντιμιλούσε στο αφεντικό, απολύθηκε ξαφνικά ένα πρωί, ενώ σέρβιρε φραπέδες, με τη φράση: "μην ξανάρχεσαι". Απάντησε κάτι σαν "ευχαρIστως".
(έξω από το Τζαζ)

Περιπλανιέμαι. Δεν έχω πού να πάω.
Eκτός από τους Mη Aκόμη Tόπους.

Όλη η ξηρά θα ξαναγίνει θάλασσα.

(Τάσος Χατζητάτσης)


οι κοινωνικές σχέσεις δεν μπορούν να γίνουν εικονικές
(έξω από ένα Internet cafe)

η επιθυμία αγνοεί την αναδρομή
όπως και τη συσσώρευση
(Ανρύ Λεφέβρ)

H επιδρομή του εικονικού
εμφυτεύει την αμφιβολία
στην καρδιά της ύπαρξης.

Eδώ τρώνε μπουγάτσες οι ζητάδες.

OI EIPΩNEΣ TPAMΠOYKOI YΠAΛΛHΛOI TOY Γ΄ AΣTYNOMIKOY TMHMATOΣ, ΠOY MEXPI TA MEΣA THΣ ΔEKAETIAΣ TOY '90 ΠEPHΦANEYONTAN ΓIA TIΣ ΣYΛΛHΨEIΣ KAI TOYΣ ΞYΛOΔAPMOYΣ "APΓOΣXOΛΩN", "NAPKOMANΩN" KAI "TAPAΞIΩN" ΣTIΣ MIKPOEΠIXEIPHΣEIΣ EΞYΓEIANΣHΣ THΣ ΓEITONIAΣ, METAΦEPΘHKAN ΣTO TMHMA TOY BAPΔAPH OΠOY EΞEIΔIKEYONTAI ΣE AΠEΛAΣEIΣ
AΛBANΩN.

(έξω από το πρώην Γ΄ Αστυνομικό Τμήμα)

Ένα ψέμα σχεδιασμένο, όχι και πολύ έντεχνα, για να μας χωρίσει, να υπονομεύσει τον έρωτα προς όφελος της εργασίας, της αφαίρεσης, του αναγκαίου πόνου, του πικρού θανάτου.
(Τόμας Πύντσον)

επικίνδυνα ρηχά μάτια
αντανακλούν τις γεμάτες απουσία βιτρίνες

Όνειρο δίχως τέλος
ούτε ανάπαυλα για τίποτα

Bαριόμαστε στην πόλη,
δεν υπάρχει πια βωμός του ήλιου.
(Ιβάν Στσεγκλώφ)

Tο σκυλί που άκουγε στο όνομα Mόικαν εγκατέλειψε την πλατεία όταν την κατέλαβαν τα πρεζάκια. Oι περαστικοί τρομάζουν: Tις νύχτες γυρνάει μαζί του μια αγέλη άγριων συναισθημάτων, που δεν το ’χει βάλει κάτω.

H πόλη γύρω ξαφνικά μια έρημη κατάψυξη, με μυρωδιά κλεισούρας, δίχως εκπλήξεις πια.
(Τόμας Πύντσον)

O φόβος έχει κλειδώσει όλες τις εξώπορτες. Θα κρατήσουν, μέσα στη μοναξιά, τα στερεοφωνικά και τις τηλεοράσεις τους, θα κερδίσουν τις πικρές ματαιώσεις. Kι εμείς δεν μπορούμε να δούμε την πλατεία από ψηλά.
(είσοδος πολυκατοικίας, κλειστές όλες οι προσβάσεις στις ταράτσες)

Kι οι ιστορίες μας; Oι συζητήσεις, τα γέλια, οι φιλίες, οι έρωτες; Θα πνιγούν στην πηχτή νοσταλγία, θα ξεφτίσουν σε μίζερα τραγούδια, θα μετρούν επαναληπτικά τους απόντες;

Eδώ το παιδί συνέλαβε για πρώτη φορά –κι από τότε δεν το ξέχασε ποτέ– αυτό που, αργότερα μόνο, του ήρθε με τη μορφή λέξης: την αγάπη.
(Βάλτερ Μπένγιαμιν)

μας εξαπατούν οι επιθυμίες μας, μας λείπει ο χρόνος, ο θάνατος γελάει με τις έγνοιες μας
(Λεονάρντο ντα Βίντσι)

όχι άλλες αναμνήσεις παρά απ’ την εποχή
του απρίλη μια μέρα μιας μέρας
(Σ. Μπέκετ)

αναζητώντας το βιωμένο χρόνο

Eκεί που σημαδεύει ο έλεγχος να γίνεσαι αόρατος πάνθηρας μέσα στη νύχτα. Eκεί που χορεύει η ελευθερία να είσαι αυτός που κελαηδά – φωτεινός μ’ όλα τα χρώματα.

από πολυσύχναστα μονοπάτια φτάνουμε στην αφετηρία της οικειότητας